Λεκτικό κατς διάρκειας 72 ωρών

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει στη Βουλή οι «διαξιφισμοί» ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, με φόντο την παροχή ή μη ψήφου εμπιστοσύνης.

Εκείνο, ωστόσο, που παρατηρεί κανείς τις τελευταίες ημέρες είναι ένα μούδιασμα και ταυτόχρονα μια ολοένα αυξανόμενη οργή της κοινωνίας απέναντι στη συνεχιζόμενη πολιτική ύφεσης που ασκεί η κυβέρνηση Σαμαρά. Έχοντας απωλέσει ήδη βασικά στηρίγματα, όπως οι μικρομεσαίοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ένστολοι, αλλά και οι αγρότες, ο ιδιότυπος κυβερνητικός συνασπισμός προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και κυρίως να πείσει ότι «τα χειρότερα έχουν μείνει πίσω». Εις μάτην, όμως, με δεδομένο το στενό οικονομικό μαρκάρισμα που υφίσταται εδώ και καιρό η πλειονότητα των πολιτών.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοπαρουσιάζεται ως η μόνη πολιτική διέξοδος, αλλά με πολλές από τις θέσεις του να είναι, το λιγότερο, θολές, όπως για παράδειγμα η διαγραφή του χρέους και η επαναδιαπραγμάτευση των μνημονίων.

Κάνοντας μια μικρή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, αρκούσαν λίγες κουβέντες ανάμεσα σε δύο νεαρούς μπροστά στις αναρτημένες εφημερίδες ενός περιπτέρου, για να καταλάβει κανείς πόσο ενδιαφέρον έχει η πολιτική μονομαχία εντός της Βουλής.

«Ρε συ, ετούτοι εδώ πάλι μαζεύονται, για να πουν τα δικά τους», λέει ο πρώτος. «Άσε ρε, μία από τα ίδια», απαντά ο δεύτερος και συνεχίζει: «Δεν έχουν τι να κάνουν. Ή θαρρείς, μήπως, ότι ενδιαφέρονται για εμάς; Εάν θα έχουμε δουλειά ή όχι; Εάν θα καταφέρουμε εσύ κι εγώ να ζήσουμε; Τι έχουν να μας προσφέρουν; Μόνο χασμουρητό…».

Παρακαλώ, κρατήστε τις δύο τελευταίες λέξεις: μόνο χασμουρητό. Η απαξίωση της πολιτικής, έρχεται σε ευθεία συνάρτηση με το ποιόν αλλά και το προϊόν του πολιτικού λόγου.

Ποιος νοιάζεται, αυτή τη στιγμή, με τόσα προβλήματα και δυσκολίες, για τρία εικοσιτετράωρα, γεμάτα από λεκτικές «κορώνες» και διαλογικό κατς; Ποιος κερδίζει και τι θετικό έχει να δώσει στην χώρα; Πόσο δε μάλλον, σε μια χώρα που, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, γερνάει επικίνδυνα (94.134 γεννήσεις και 111.794 θάνατοι, φυσική μείωση πληθυσμού κατά 17.660 το 2013) και διώχνει μακριά το πιο υγιές κομμάτι της, τους νέους.

Σε μια τόσο δύσκολη εποχή, για να μπορέσει κανείς να σταματήσει το χασμουρητό πρέπει να αφυπνίσει, να δώσει προοπτική και μέλλον και όχι να καλλιεργεί ψεύτικες ελπίδες δίχως αύριο.

Είναι πολύ περισσότερα αυτά που ενώνουν από αυτά που χωρίζουν. Η κινδυνολογία και ο μηδενισμός είναι το ίδιο επικίνδυνοι όσο και η ακατάσχετη υποσχεσιολογία και ο λαϊκισμός. Δύο δίπολα, διαφορετικά μεν, αλλά με κοινή συνισταμένη, το διχασμό. Και εδώ, ακριβώς, είναι το σημείο που χρειάζεται προσοχή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *